*Γράφει η κυρία Φιλία Διαμαντέα, Υπεύθυνη του Κέντρου Κυστικής Ίνωσης ενηλίκων στο Γ.Ν.Α. Σισμανόγλειο
Η κυστική ίνωση (ΚΙ) είναι μια γονιδιακή νόσος που κληρονομείται με αυτοσωμικό υπολειπόμενο τρόπο που σημαίνει ότι ο πάσχων κληρονομεί ένα παθολογικό «αντίγραφο» του γονιδίου από κάθε γονέα του, ο οποίος είναι «φορέας» της νόσου. Δύο γονείς που είναι φορείς ενός παθολογικού γονιδίου έχουν 25% πιθανότητα σε κάθε κύηση να αποκτήσουν παιδί που πάσχει από κυστική ίνωση. Στη χώρα μας το 5% του πληθυσμού είναι φορείς ενός γονιδίου κυστικής ίνωσης, δηλαδή υπάρχουν περίπου 500.000 φορείς. Οι φορείς του παθολογικού αντιγράφου του γονιδίου δεν πάσχουν από τη νόσο αλλά μπορεί να την «μεταφέρουν» στους απογόνους τους, αν αποκτήσουν παιδί με άλλο φορέα.Το παθολογικό γονίδιο της κυστικής ίνωσης παράγει μια μη φυσιολογική-«μεταλλαγμένη» πρωτεΐνη, η οποία λειτουργεί σαν μεταφορέας ιόντων στην επιφανειακή μεμβράνη των κυττάρων του σώματος. Η πρωτείνη αυτή ονομάζεται CFTR – Cystic Fibrosis Transmembrane Conductance Regulator (Διαμεμβρανικός ρυθμιστής της αγωγιμότητας των ιόντων). Η μη φυσιολογική λειτουργία της έχει σαν αποτέλεσμα τα ιόντα να μην μεταφέρονται σωστά και να παράγονται παχύρρευστες εκκρίσεις που αποφράσσουν τους αυλούς των οργάνων, οδηγώντας προοδευτικά σε δυσλειτουργία και ανεπάρκεια αυτών.
Στη χώρα μας η κυστική ίνωση είναι η δεύτερη σε συχνότητα κληρονομική νόσος, μετά την μεσογειακή αναιμία. Σύμφωνα με την τελευταία καταγραφή στο Εθνικό Μητρώο κυστικής ίνωσης τον Νοέμβριο 2025, στην Ελλάδα υπάρχουν 926 ασθενείς, εκ των οποίων το 34% είναι παιδιά και το 66% ενήλικες, δηλαδή έχουν υπερβεί το 18ο έτος της ηλικίας τους.
Η κυστική ίνωση ήταν η συχνότερη θανατηφόρος νόσος με κληρονομικό χαρακτήρα στην Καυκάσια φυλή, την τελευταία όμως 20ετία το προσδόκιμο επιβίωσης των ασθενών έχει βελτιωθεί θεαματικά και η διάμεση επιβίωση των ασθενών – τουλάχιστον στις χώρες με προηγμένα συστήματα υγείας – πλησιάζει τα 60 έτη.
Παράγοντες που συνέβαλλαν στην αύξηση της επιβίωσης αλλά και στην βελτίωση της ποιότητας ζωής των ασθενών, είναι:
η φροντίδα τους σε εξειδικευμένα κέντρα από πολυ-επιστημονική ομάδα ιατρικών και παρα-ιατρικών ειδικοτήτων με εξειδίκευση και εμπειρία στη νόσο,
οι εξελίξεις στη συμπτωματική φαρμακευτική αγωγή αλλά και τις μη φαρμακευτικές θεραπευτικές παρεμβάσεις (φυσικοθεραπεία, άσκηση, διατροφική υποστήριξη των ασθενών),
ο νεογνικός ανιχνευτικός έλεγχος,
η πρόοδος στον τομέα της μεταμόσχευσης πνευμόνων
και τα τελευταία χρόνια, η προσθήκη στην θεραπευτική φαρέτρα, της ειδικής αιτιολογικής θεραπείας της νόσου, που περιλαμβάνει τους CFTR τροποποιητές, φάρμακα που αποκαθιστούν σε σημαντικό βαθμό τη λειτουργία της παθολογικής πρωτείνης της κυστικής ίνωσης. Τα φάρμακα αυτά έχουν βελτιώσει τα συμπτώματα της νόσου και την ποιότητα ζωής των ασθενών και έχουν προσθέσει «όφελος» στην επιβίωση τουλάχιστον κατά 20 έτη.
Πως εκδηλώνεται η νόσος
Η κυστική ίνωση προσβάλλει όλα τα όργανα του ανθρώπινου σώματος με κυριότερες κλινικές εκδηλώσεις από το ανώτερο και το κατώτερο αναπνευστικό σύστημα, το πεπτικό σύστημα, το ενδοκρινολογικό, τα οστά και τις αρθρώσεις, το αναπαραγωγικό σύστημα και τον παχύρρευστο ιδρώτα. Οι κύριες κλινικές εκδηλώσεις της νόσου είναι:
η παγκρεατική ανεπάρκεια που έχει σαν συνέπεια τη στεατόρροια και την έλλειψη των λιποδιαλυτών βιταμινών,
οι υποτροπιάζουσες λοιμώξεις τύπου «βρογχίτιδας» από το κατώτερο αναπνευστικό και οι βρογχεκτασίες,
ο σακχαρώδης διαβήτης της κυστικής ίνωσης,
η ηπατική νόσος της κυστικής ίνωσης,
η αζωσπερμία στους άρρενες,
η οστεοπενία και οστεοπόρωση
και οι διαταραχές από την ψυχική σφαίρα.
Η διάγνωση της νόσου συνήθως γίνεται σε νεογνική και βρεφική ηλικία, όπου προεξάρχουν τα συμπτώματα από το πεπτικό σύστημα όπως είναι ο ειλεός από μυκώνιο, οι ογκώδεις, δύσοσμες και λιπαρές κενώσεις και η μη πρόσληψη βάρους στα νεογνά ή τα βρέφη.
Τα συμπτώματα από το αναπνευστικό σύστημα είναι όπως αναφέρθηκε οι υποτροπιάζουσες «βρογχίτιδες» και ο χρόνιος «υγρός» βήχας των βρεφών ή των μικρών παιδιών. Μια άλλη κλινική εκδήλωση της νόσου και στα παιδιά και στους ενήλικες είναι η αφυδάτωση, ιδιαίτερα τους καλοκαιρινούς μήνες. Σε ένα 10% των περιπτώσεων η διάγνωση μπορεί να γίνει σε ενήλικο ζωή. Συνήθως πρόκειται για «ηπιότερες» μορφές της νόσου που μπορεί να προεξάρχει εκδήλωση από ένα όργανο. Συνήθεις κλινικές οντότητες στους ενήλικες που πρέπει να ελέγχονται και για πιθανή κυστική ίνωση είναι οι βρογχεκτασίες, οι υποτροπιάζουσες παγκρεατίτιδες και η αζωοσπερμία στους άνδρες.
Η διάγνωση σε δύο επίπεδα
Η διάγνωση της νόσου τίθεται με το τεστ ιδρώτα (όπου διαπιστώνεται παθολογική συγκέντρωση των ιόντων χλωρίου στον ιδρώτα πάνω από 60 mmol/Lt) και επιβεβαιώνεται με τον γονιδιακό έλεγχο με την ανίχνευση 2 παθολογικών μεταλλάξεων στο γονίδιο της κυστικής ίνωσης.
Στη χώρα μας από το 2023 λειτουργεί πρόγραμμα νεογνικού ανιχνευτικού ελέγχου που αφορά τη διάγνωση της νόσου τις πρώτες εβδομάδες της ζωής, με την ανίχνευση ενός πρώιμου δείκτη της παγκρεατικής δυσλειτουργίας σε σταγόνες αίματος του νεογνού που αποστέλλονται στο Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού. Η πρώιμη διάγνωση επιτρέπει τις έγκαιρες παρεμβάσεις για τη θεραπεία της νόσου και την πρόληψη των επιπλοκών της από τα διάφορα όργανα, βελτιώνοντας την ποιότητα ζωής και την επιβίωση των ασθενών.
Ο γονιδιακός έλεγχος πραγματοποιείται σε εξειδικευμένα εργαστήρια κρατικά και ιδιωτικά. Γίνεται αρχικά στον ένα από τους 2 υποψήφιους γονείς και σε περίπτωση που βρεθεί «φορέας» της νόσου, δηλαδή αν ανιχνευθεί στο γενετικό του υλικό μετάλλαξη κυστικής ίνωσης, τότε πραγματοποιείται γονιδιακός έλεγχος και στον άλλο υποψήφιο γονέα. Τονίζεται ότι επειδή στον πληθυσμό της χώρας μας έχουν ανιχνευθεί πολλές «σπάνιες» μεταλλάξεις κυστικής ίνωσης, ο γονιδιακός έλεγχος πρέπει να είναι πλήρης στο 99% των μεταλλάξεων και να μην περιλαμβάνει μόνο τις επικρατέστερες μεταλλάξεις, όπως την ΔF508 που αποτελεί τη συνηθέστερη μετάλλαξη της νόσου διεθνώς.
Η παρακολούθηση και η θεραπεία
Η θεραπεία της νόσου περιλαμβάνει την συμπτωματική αγωγή, φαρμακευτική και μη φαρμακευτική και την ειδική αιτιολογική θεραπεία με τους CFTR τροποποιητές. Η φαρμακευτική αγωγή περιλαμβάνει τα φάρμακα για το αναπνευστικό –εισπνεόμενα αντιβιοτικά, βλεννολυτικά, βρογχοδιασταλτικά- φάρμακα, για το πεπτικό σύστημα-παγκρεατικά ένζυμα, λιποδιαλυτές βιταμίνες και αγωγή για την ηπατική νόσο, χορήγηση ινσουλίνης για τον σακχαρώδη διαβήτη, θεραπεία οστεοπενίας και οστεοπόρωσης και ψυχολογικές παρεμβάσεις.
Οι ασθενείς με κυστική ίνωση νοσηλεύονται συχνά με «οξείες παροξύνσεις» της νόσου τους που οφείλονται σε λοιμώξεις του κατώτερου αναπνευστικού ή με άλλες συστηματικές επιπλοκές, όπως ειλεός της κυστικής ίνωσης ή οξεία παγκρεατίτιδα. Πολύ σημαντικές είναι οι μη φαρμακευτικές θεραπευτικές παρεμβάσεις που περιλαμβάνουν την φυσιοθεραπεία παροχέτευσης των εκκρίσεων του αναπνευστικού, την συστηματική άσκηση και την διατροφική υποστήριξη των ασθενών.
Οι ασθενείς με κυστική ίνωση παρακολουθούνται σε εξειδικευμένα κέντρα-Παιδιατρικά και Ενηλίκων, στα οποία επιχειρείται «ολιστική» φροντίδα της νόσου από εξειδικευμένες δι-επιστημονικές ομάδες, οι οποίες επιβλέπονται στα παιδιατρικά κέντρα από τον εξειδικευμένο Παιδίατρο-Παιδοπνευμονολόγο. Αντίστοιχα, στα κέντρα των ενηλίκων από τον εξειδικευμένο Πνευμονολόγο, επειδή οι περισσότερες και πιο σοβαρές επιπλοκές της νόσου προέρχονται από το αναπνευστικό σύστημα.
Οι στόχοι αυτής της ολιστικής αντιμετώπισης στα ειδικά κέντρα είναι:
η αντιμετώπιση των αναπνευστικών επιπλοκών και η διατήρηση της αναπνευστικής λειτουργίας,
η έγκαιρη ανίχνευση και αντιμετώπιση των επιπλοκών της νόσου από τα άλλα, πλην του αναπνευστικού όργανα,
η έγκαιρη παραπομπή των ασθενών για μεταμόσχευση πνευμόνων και η προ-μεταμοσχευτική τους φροντίδα,
η πρόσβαση των ασθενών σε νέες θεραπείες και η φροντίδα των ασθενών στο τελικό στάδιο της νόσου.
Οι ασθενείς παρακολουθούνται σε τακτικά χρονικά διαστήματα, συνήθως ανά 3μηνο και εκτάκτως επί εμφάνισης επιπλοκών.
Στη χώρα μας υπάρχουν 2 Παιδιατρικά κέντρα φροντίδας στην Αθήνα και την Θεσσαλονίκη (στο Νοσοκομείο «Η Αγία Σοφία», όπου παρακολουθούνται περίπου 300 ασθενείς και το Νοσοκομείο Ιπποκράτειο με 180 ασθενείς) και 2 κέντρα Ενηλίκων στο Σισμανόγλειο νοσοκομείο Αθηνών (300 ασθενείς) και το νοσοκομείο Παπανικολάου στη Θεσσαλονίκη (80 ασθενείς). Υπάρχουν επίσης και μικρότερα «δορυφορικά» κέντρα στην Πάτρα, Λάρισα και Ηράκλειο με μικρό αριθμό ασθενών και σε συνεργασία με τα μεγαλύτερα.
Η ειδική αιτιολογική θεραπεία της νόσου περιλαμβάνει τους «τροποποιητές» της CFTR πρωτεΐνης που έχουν στόχο τις ειδικές μεταλλάξεις στο παθολογικό γονίδιο. Αυτοί «αναδιαμορφώνουν» την παθολογική πρωτεΐνη και ομαλοποιούν τη λειτουργία της, με αποτέλεσμα να αμβλύνονται οι παθοφυσιολογικές επιδράσεις της και να βελτιώνονται τα συμπτώματα από όλα τα όργανα που προσβάλλει η νόσος. Ιδιαίτερα η βελτίωση των χρόνιων συμπτωμάτων από το αναπνευστικό, δηλαδή του βήχα, της απόχρεμψης και της δύσπνοιας, η θεαματική αύξηση της αναπνευστικής λειτουργίας των ασθενών και η μείωση των αναπνευστικών λοιμώξεων, έχουν οδηγήσει σε μείωση των επιπλοκών της νόσου, μείωση των νοσηλειών και της ανάγκης για μεταμόσχευση πνευμόνων, με σημαντικό όφελος στην επιβίωση των ασθενών.
Η γονιδιακή θεραπεία
Η οριστική θεραπεία της κυστικής ίνωσης θα είναι η γονιδιακή θεραπεία. Οι προσπάθειες των τελευταίων 20 ετών απέβησαν άκαρπες και τερματίστηκαν σε εργαστηριακό επίπεδο παρότι η νόσος είναι «μονογονιδιακή», δηλαδή οφείλεται σε μεταλλάξεις σε ένα και μόνο γονίδιο. Οι λόγοι είναι το «ευμέγεθες» του γονιδίου, οι μηχανισμοί άμυνας του αναπνευστικού επιθηλίου που δυσκολεύουν την προσέγγισή του και οι πιθανές επιπτώσεις από «ενεργοποίηση» παρακείμενων «επιβλαβών» ενδεχομένως γονιδιακών στόχων. Τα τελευταία χρόνια, όμως, οι εξελίξεις στην γονιδιακή θεραπεία έχουν οδηγήσει σε θεραπείες που ήδη δοκιμάζονται σε κλινική φάση και σύντομα φαίνεται ότι θα είναι διαθέσιμες και στην κλινική πράξη.
Συμπερασματικά, η κυστική ίνωση είναι μια γονιδιακή, κληρονομούμενη νόσος με πολυ-συστηματικές εκδηλώσεις. Η έγκαιρη διάγνωση συμβάλει στη βελτίωση της πορείας της νόσου. Η φροντίδα της απαιτεί εξειδικευμένη διεπιστημονική ομάδα και συστηματική παρακολούθηση σε ειδικά κέντρα. Η νόσος δεν είναι πλέον παιδιατρική μια και το μεγαλύτερο ποσοστό ασθενών είναι ήδη ενήλικες. Από «θανατηφόρος» νόσος έχει μετατραπεί τα τελευταία χρόνια σε χρόνιο, διαχειρίσιμο νόσημα και σύντομα, με τις εξελίξεις στη γονιδιακή θεραπεία, θα αποτελεί θεραπεύσιμη νόσο.


Δημοσίευση σχολίου
Το dwrea-zois.gr σέβεται και προασπίζεται το δικαίωμα κάθε αναγνώστη να εκφράζει ελεύθερα τις απόψεις του.
Ωστόσο, διευκρινίζουμε ότι οι απόψεις αυτές ανήκουν αποκλειστικά στους εκάστοτε χρήστες και δεν εκφράζουν απαραίτητα τη δική μας θέση. Σας παρακαλούμε να διατηρείτε έναν ευπρεπή λόγο στις συζητήσεις σας.
Σχόλια που περιέχουν ύβρεις ή προσβλητικό περιεχόμενο θα διαγράφονται.